Σάββατο 8 Μαΐου 2021

Ελληνική γλώσσα: το πολυτίμητό μας τζιβαϊρικό

«….Στα χρόνια μας, πρέπει να μην το ξεχνάμε, το ζήτημα δεν είναι πια αν θα γράφουμε καθαρεύουσα ή δημοτική. Το τραγικό ζήτημα είναι αν θα γράφουμε, ή όχι, ελληνικά». Είναι του Σεφέρη η προειδοποίηση, για την εισβολή των ξένων λέξεων, φαινόμενο που έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις στις μέρες μας. Ποιοι είναι όμως οι λόγοι που οδηγούν στην άλωση της γλώσσας μας από τους λεγόμενους ξενισμούς; Πού οφείλεται αυτή η αδικαιολόγητη χρήση ξένων λέξεων και φράσεων; Εν τάχει απαριθμούμε κάποιους απ’ αυτούς.

 Πρώτον: Η κάμψη των παραγωγικών και αφομοιωτικών ικανοτήτων της γλώσσας μας. Δείγμα ευρωστίας μιας γλώσσας είναι να εντάσσει και να προσαρμόζει στο δικό της κλιτικό σύστημα ξένες λέξεις ή να πλάθει ελληνολεκτικά αντίστοιχα στοιχεία. Χάρις στον παλαιότερο αφομοιωτικό δυναμισμό της γλώσσας μιλούμε σήμερα για καουμπόηδες, τρακτέρια, βιταμίνες, γκοφρέτες, πλατφόρμα, τεστάρω, καφετζής, ρουσφέτι, μπελάς, μουσαφίρης, λιντσάρω και εκατοντάδες εξελληνισμένες ονομασίες ξένων πόλεων, ποταμών, χωρών. (Βρυξέλλες, Λονδίνο, Αυστρία, Παρίσι, Ρήνος, Βολταίρος, κλπ).

Έξοχα δείγματα της ικανότητας της λόγιας κυρίως γλώσσα να πλάθει νέες λέξεις, αντλώντας από τα αστείρευτα γλωσσικά μας κοιτάσματα, και να αντικαθιστά ξένες, έχουμε σε πάμπολλες περιπτώσεις. Έτσι η πόστα έγινε ταχυδρομείο (ταχύς+δρόμος), ο μίνιστρος έγινε υπουργός, ο αβοκάτος έγινε δικηγόρος (δίκη+αγορεύω), το σπιτάλι έγινε νοσοκομείο (νόσος+ κομώ=φροντίζω), η γαζέτα έγινε εφημερίδα (επί +ημέρα), ο κόνσολος έγινε πρόξενος (προ+ξένος), το καπιτάλι έγινε κεφάλαιο, το ρομάντζο έγινε μυθιστόρημα, το γκουβέρνο έγινε κυβέρνηση, και χιλιάδες άλλες.

 Η αποκοπή μας από την αρχαία γλώσσα, η περιθωριοποίηση της λεγόμενης καθαρεύουσας, που ταυτίστηκε με τον στείρο συντηρητισμό (αν και συνιστούσε μια ανεξάντλητη, δανειοληπτική γλωσσική δεξαμενή) κατάντησαν την νεοελληνική “να εκλιπαρεί” τις ξένες γλώσσες, για να καλύψει την ανεπάρκειά της και να μεταφυτεύει, ανεξέλεγκτα και αθρόα, ξένα στοιχεία, χωρίς, επαναλαμβάνουμε, να τα εξελληνίζει ή να τα προσαρμόζει στο δικό της τυπικό.

 Δεύτερον: Η συμπλεγματική επίδειξη «ξενογλωσσίας» από παντοίους θεράποντες του καλάμου, διανοούμενους, δημοσιογράφους, διαφημιστές και λοιπούς τιποτολόγους. Πολλοί έχουν την εντύπωση ότι το διάνθισμα της γλώσσας τους (γραπτής ή προφορικής) με ποικίλους ξενισμούς, τους χαρίζει περιωπή και κύρος ή αξιοπιστία στα λεγόμενα ή στα διαφημιζόμενα προϊόντα τους. Μια τυχαία δειγματοληπτική καταγραφή αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Έτσι ακούμε να μιλούν πολλοί για: ντόπινγκ κοντρόλ αντί για έλεγχο αναβολικών, ρέκορντμαν αντί για πρωταθλητή, ριπλέι για επανάληψη, πρέσινγκ για πίεση, τάνκερ για δεξαμενόπλοιο, καμεραμάν για εικονολήπτη, σετ για σύνολο, σπήκερ για εκφωνητή, αβαντάζ για πλεονέκτημα, τεραίν για γήπεδο, πρες κόμφερανς για συνέντευξη τύπου, πρες ρουμ για γραφείο τύπου, ακούμε για σελφ τεστ, για κόβιντ, κλικ αγουέι και δεκάδες άλλες περιπτώσεις που ξεβράστηκαν με τον κορονοϊό.

Τρίτον: Όπου και να στρέψεις σήμερα το βλέμμα σου, σε βιβλία και περιοδικά, σε δρόμους και προθήκες, σε αντικείμενα και σώματα ανθρώπινα, σε παιχνίδια και εργαλεία, καθώς και σε τεχνικές επικοινωνίας και ηλεκτρονικά συστήματα πληροφοριών, συναντάς σχεδόν αποκλειστικά την ξενόγραφη ή ξενόγλωσση διατύπωση. Έτσι αργά αλλά σταθερά εξοικειώνεσαι μαζί της, εθίζεσαι σ’ αυτήν, την αποδέχεσαι σαν αυτονόητο εικαστικό στοιχείο της καθημερινής ζωής. (Όλα αυτά καλλιεργούν το έδαφος, χωρίς να γίνονται κατ’ ανάγκη γι’ αυτό το σκοπό, για την αντικατάσταση του ελληνικού αλφαβήτου με το λατινικό). Μπορεί σήμερα να μιλάμε για την απειλή της παγκοσμιοποίησης και τον κίνδυνο να καταντήσουμε μια ασήμαντη καταναλωτική – και «γλωσσική» -επαρχία της Δύσεως, αλλά να έχουμε υπ’ όψιν πως τα προκεχωρημένα της φυλάκια, είναι αυτά που επηρεάζουν το ήθος και τον ψυχισμό μας, όπως η μουσική, (το είχε επισημάνει από την αρχαιότητα ο Πλάτων), η μόδα, τα τρόφιμα, ο χορός, η τηλεόραση, το διαδίκτυο.

Αν και υπάρχει νόμος του κράτους από το 1984, που επιβάλλει πλάι στην ξενόγλωσση επιγραφή να αναγράφεται και η ελληνική, ως συνήθως, ο νόμος πετάχτηκε στον κάλαθο των αχρήστων. Τι φταίει: Η παρεχόμενη παιδεία. Παράδειγμα. Τα γλωσσικά εγχειρίδια του Δημοτικού είναι ελλιπέστατα, που υποτιμούν την νοημοσύνη, την προσληπτικότητα και τις ανάγκες των μαθητών. Βιβλία με φτωχότατο λεξιλόγιο, από τα οποία απουσιάζουν προκλητικά οι επιφανείς χειριστές της γλώσσας μας και διαιωνίζουν, την γλωσσική ακαταστασία.

Είναι δυνατόν να απουσιάζει η ετυμολογία από την ύλη, το πιο γοητευτικό κομμάτι της γλώσσας μας, ετυμολογία, η οποία θα διδάξει στον μαθητή την διαχρονικότητα της γλώσσας μας και θα του ανοίξει, διάπλατα μπροστά του, την ακένωτη γλωσσική πηγή από την οποία θα αντλεί συνεχώς. (Λες στα παιδιά ότι η λέξη «»πυρετός, έχει μέσα της το «πυρ», την φωτιά και κατανοούν, με έκπληξη, τον όρο.

Τους αναθέτεις, ως άσκηση, να βρουν παράγωγα του «πυρός» και σου αραδιάζουν… το μισό λεξικό). Ο μαθητής δεν έρχεται να επαναλάβει στο σχολείο αυτό που ήδη γνωρίζει από την αυθόρμητη εμπειρία της εξωσχολικής καθημερινότητας, αλλά να εμπλουτίσει το λεξιλόγιο του με καινούργιες λέξεις να δέσει, ενιαία και οργανικά, μέσω της γραμματικής και του συντακτικού, τα διάφορα σκόρπια στοιχεία της γλώσσας που μιλάει. Τα γλωσσικά βοηθήματα του Δημοτικού είναι κατάλληλα μάλλον για ξενόγλωσσους και ένας μέσος μαθητής δεν χρειάζεται παραπάνω από 15-20 λεπτά για να συμπληρώσει τις υπάρχουσες σ’ αυτό ασκήσεις. Γι’ αυτό και του είναι βαρετά. Το θέμα είναι τεράστιο και δεν εξαντλείται με μια σύντομη περιγραφή του.

 Να κλείσω με τους πιο ύπουλους και επιβλαβείς ξενισμούς, απ’ αυτούς που αποπτωχεύουν την γλώσσα μας, είναι η συχνοχρησία του ρήματος κάνω. Μια σειρά από καίριες λέξεις της ελληνικής γλώσσας έχουν υποκατασταθεί στη χρήση τους από το ρήμα κάνω. Ενώ η νεοελληνική γλώσσα παρουσιάζει το μέγιστο πλεονέκτημα , να διαθέτει δύο ή και περισσότερες λέξεις για το ίδιο πράγμα, γεγονός απότοκο της μακραίωνης και δημιουργικής της διαδρομής, εντούτοις, παρατηρείται σήμερα το φαινόμενο να εγκαταλείπονται σωρηδόν λέξεις με σαφήνεια και εκφραστική καθαρότητα και να χρησιμοποιείται « κατά κόρον», η λέξη-τσίχλα, το ρήμα κάνω.

 Έτσι, παραδείγματος χάριν, λέμε στην Νεοελληνική:
 Κάνω σπίτι αντί χτίζω σπίτι,
 κάνω οικογένεια αντί δημιουργώ οικογένεια,
 κάνω λεφτά αντί αποκτώ λεφτά,
 κάνω παιδιά αντί αποκτώ παιδιά,
 κάνω εγχείρηση αντί εγχειρίζομαι,
 κάνω ερώτηση αντί ερωτώ,
 κάνω τον τρελό ή καλό ή κακό αντί προσποιούμαι ή υποδύομαι τον τρελό,
 κάνω πίσω αντί οπισθοχωρώ,
 κάνω ζημιά αντί προκαλώ ζημιά,
 κάνω μπάνιο αντί κολυμπώ,
 κάνω τραπέζι αντί τραπεζώνω,
 κάνω εκλογές αντί διεξάγω εκλογές,
 κάνω εντύπωση αντί εντυπωσιάζω,
 κάνω τσιγάρο αντί καπνίζω,
 κάνω κάτι γνωστό αντί γνωστοπoιώ
 κάνω γυμναστική αντί γυμνάζομαι.
 Κάνω πλάκα αντί αστειεύομαι. Έτσι ακούμε ακαλαίσθητες προτάσεις όπως:
 Ο γιατρός μ’ έκανε καλά, αντί με θεράπευσε.
 Έκανε πολλούς αγώνες για να κερδίσει… αντί αγωνίστηκε ή διεξήγαγε πολλούς αγώνες…

 Να σημειώσουμε πως η λεξιλογική αυτή ισοπέδωση είναι κατά κανόνα μεταφορά στην γλώσσα μας της παγκοσμιοποιημένης λέξης «do», που έχει εισαχθεί στην ελληνική μέσα από άθλιες ως πρόχειρες και κακοπληρωμένες μεταφράσεις, από ξενικές μιμήσεις και αξιολύπητες διαφημίσεις.

 Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί η καλπάζουσα αυτή επέκταση των ξενισμών στην γλώσσα μας; Δύο χώροι μπορούν να λύσουν ή να απαλύνουν τουλάχιστον το πρόβλημα, το σχολείο και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, μαζί με τον έντυπο γενικά λόγο (βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες). Το σχολείο και δη το δημοτικό είναι φύσει και θέσει ο θεματοφύλακας των τιμαλφών αξιών του Γένους μας και κυρίως του γλωσσικού μας πλούτου. Αντί όμως η εκπαίδευση να είναι θύλακας αντιστάσεως στην γλωσσική υποβάθμιση, απέβη συντελεστής της. 

 Δημήτρης Νατσιός δάσκαλος-Κιλκίς

Τετάρτη 5 Μαΐου 2021

Ἕως πότε δυσί κυρίοις δουλεύοντες;

 

Ἕως πότε δυσί κυρίοις δουλεύοντες;


του Νεκτάριου Δαπέργολα
Διδάκτορος Ἱστορίας

Ὅσα ἔγιναν τό βράδυ τοῦ Μ.Σαββάτου, ἔθεσαν μία ἀκόμη πολύ χαρακτηριστική ψηφίδα στό ἀποτρόπαιο ψηφιδωτό πού κατασκευάζεται ἐδῶ καί πολλά χρόνια (ὑπό τό κράτος τῆς οἰκουμενιστικῆς λαίλαπας), ἀλλά ἡ κατασκευή του ἔχει πια τόσο πολύ προχωρήσει, ὥστε ἡ ἕως πρότινος θολά ὁρατή ἀκόμη εἰκόνα νά γίνεται πλέον ἀντιληπτή ἀπό σχεδόν ὅλους. Ἤ τουλάχιστον, ἀπό ὅλους τούς δυναμένους (καί κυρίως βουλομένους) ὁρᾶν.

Ὁ λόγος προφανῶς γιά τήν ἀλλαγή τῆς ὥρας τῆς Ἀναστάσεως, πού δέν εἶναι φυσικά μία ἀπλή ἀλλαγή ὥρας (καί πρωτίστως ἀλλαγή ἡμέρας), ἀλλά μία ἀκόμη ἐνέργεια βλασφημίας καθώς καί κατάφωρης δογματικῆς ἐκτροπῆς, μία ἀπό τίς πολλές πού βιώνουμε ἐδῶ καί καιρό, καί γιά τήν ὁποία ὑπεύθυνοι εἶναι ἔνα ἀμφιφανῶς ἀντίχριστο πολιτικό καθεστώς και μία ἐπίσης ἀμφιφανῶς προδοτική ἐκκλησιαστική ἡγεσία. Μέ τήν κύρια εὐθύνη ὅμως νά βαραίνει κατά την ἄποψή μου κυρίως (καί πάλι) τή δεύτερη. Γιατί γιά τό ποιον καί τίς προθέσεις τοῦ Καίσαρα οὔτε αὐταπᾶτες μπορεῖ νά ὑπῆρχαν, οὔτε ἀμφιβολίες. Ἡ Ἱεραρχία μας ὅμως θά μποροῦσε, ἄν ἤθελε, νά ἀντιτάξει οὐσιώδη λόγο ἀντιρρήσεως καί πνεῦμα ἀντιστάσεως ἀπέναντι στό καθεστώς – καί ἥδη ἀπό τήν περσινή ἄνοιξη τό ἔχουμε πολλές φορές ξαναγράψει ὅτι σέ μιά τέτοια περίπτωση τίποτε ἀπό ὅλα αὐτά πού ζοῦμε ἐδῶ και ἕνα χρόνο, δέν θά εἶχε γίνει. Τίποτε ἀπό ὅλο αὐτό τό αἶσχος μέ τούς κλειδωμένους καί ἀπολυμασμένους ναούς, τίποτε ἀπό αὐτό τό συνεχές κουτρουβάλιασμα στόν κατήφορο τῶν συνεχῶν ὑποχωρήσεων σέ θέματα ὁλοένα καί πιό οὐσιώδη, τίποτε ἀπό τή συνεχῆ ἀπώθηση τῶν δῆθεν κόκκινων γραμμῶν ὅλο καί πιό πέρα. Σέ βαθμό πού νά μήν ὑπάρχει κανένα ὅριο πιά. Σέ βαθμό πού καί τίς ὁποιεσδήποτε ἀπομείνασες διαβεβαιώσεις περί δῆθεν μή διαπραγματεύσιμων ζητημάτων (ὅπως π.χ. ἡ Θεία Κοινωνία), τά ὁποῖα βρίσκονται πέρα ἀπό τό «κατ’ οἰκονομίαν», ἐλάχιστοι ἀφελεῖς νά μποροῦν νά τίς παίρνουν πλέον ἀκόμη στά σοβαρά.

Ἐπειδή ὅμως δεν εἴμαστε ἅπαντες αἰθεροβάμονες, δέν ἐννοοῦμε προφανῶς ὅλη τήν Ἱεραρχία. Δεν ἐννοοῦμε κἄν τό μεγαλύτερο κομμάτι της. Δέν πάει λοιπόν σέ αὐτούς τό «ἄν ἤθελε». Εὐτυχῶς ἤ δυστυχῶς, εἶναι γνωστά τά τεράστια προβλήματα που ταλανίζουν τη διοικοῦσα Ἐκκλησία μετά ἀπό τόσες δεκαετίες ἐκκοσμίκευσης καί εὐρύτερης κατάπτωσης, γνωστές οἱ σχέσεις πολλῶν ἐπισκόπων (καί ἀνερχόμενων ἀρχιμανδριτῶν) μέ στοές, γνωστές οἱ εὐρύτερες παθογένειες τοῦ πάση θυσία καριερισμοῦ ἀπό ἀρκετούς ἀνθρώπους πού φοροῦν ράσο ἀλλά δέν πιστεύουν σέ τίποτε ἄλλο, γνωστό ὅτι κάποιοι «κρατοῦνται» μέ διάφορα ζητήματα καί ἐκβιάζονται, γνωστά καί πολλά ἀκόμη. Γνωστό συνεπῶς (ἀπέναντι σέ αὐτό τό «ἄν ἤθελε») καί τό ὅτι ὄντως μία μεγάλη μερίδα ἐξαρχῆς δέν ἤθελε.

Εἰδικά ὅμως τό παρόν κείμενο δέν ἀναφέρεται σέ αὐτούς. Αὐτοί δέν εἶναι ἐξάλλου «δυσί κυρίοις δουλεύοντες». Γιατί αὐτοί, παρά τά φαινόμενα καί πάρα τά ὅσα διακηρύττουν, εἶναι ὑπηρέτες σέ ἕνα ἀποκλειστικά καί πολύ συγκεκριμένο ἀφεντικό. Καί αὐτοί ἤδη «ἀπέχουσιν τόν μισθόν αὐτῶν». Ὑπάρχουν ὅμως καί οἱ ἄλλοι. Λιγότεροι μέν, ἀλλά γνωρίζουμε ὅτι ὑπάρχουν, σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα. Καί δέν εἶναι μόνο κάποιοι λίγοι ἐπίσκοποι, ἀλλά καί (πολύ περισσότεροι) ἱερεῖς καί λαϊκοί ἀκόμη. Αὐτοί πού δεν συμφωνοῦν μέ ὅλα αὐτά, αὐτοί πού θλίβονται καί ἴσως καί νά πονοῦν μέ ὅλη αὐτή τήν προδοσία, αὐτοί πού ἔχουν ἀκόμη κάτι μέσα τους. Ἀλλά πού φοβοῦνται ἀκόμη νά μιλήσουν, δεν ἀποφασίζουν νά «ἐκτεθοῦν», διστάζουν νά ἀκολουθήσουν τούς ἀπειροελάχιστους πού ἀπέμειναν πλέον μόνο νά ἀντιδροῦν ἀνοιχτά καί ὁμολογιακά, παραμένουν ἐγκλωβισμένοι σέ ψευτοδιλήμματα, βραχυκυκλωμένοι στήν ἀνακολουθία μεταξύ καλῶν προθέσεων καί κακῶν ἐπιλογῶν, ἐνίοτε ἴσως καί σχιζοφρενικά μπερδεμένοι ἀπό τίς δύο βάρκες πού ἐπέλεξαν ταυτόχρονα νά πατοῦν.

Ὅμως θα πρέπει νά τό ξεκαθαρίσουμε, ὅσο κι ἄν ἀκούγεται σκληρό. Οἱ καλές προθέσεις, ὅταν μένουν μόνο προθέσεις, στρώνουν ἀπλῶς τόν δρόμο πρός τήν Κόλαση. Δέν γίνεται νά τά ἔχεις καλά μέ ὅλους. Δέν γίνεται νά ἀναλίσκεσαι ἐς ἀεί σέ ἰσορροπισμούς. Ὄταν ἐπιμένεις νά πατᾶς σέ δύο βάρκες, εἶναι νομοτελειακά βέβαιο ὅτι κάποτε θά καταποντιστεῖς. Κάποια στιγμή θά πρέπει ἐπιτέλους νά ἐπιλέξεις μέ ποιούς θα πᾶς καί ποιούς θά ἀφήσεις. Καί εἰδικά σέ μία τέτοια κρίσιμη πλέον φάση, ὅπου ἡ ἀνάγκη γιά πραγματική ὁμολογία Χριστοῦ (ἔργοις ὅμως, ὄχι ἀπλῶς λόγοις) εἶναι πιά τόσο ἐπιτακτική καί ὅπου περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά «ὁ σιωπῶν

δοκεῖ συναινεῖν». Δέν μίλησαν γιά τήν οἰκουμενιστική πληγή, πού εἶναι ἐπί τόσα χρόνια χαίνουσα καί βαριά κακοφορμισμένη. Δέν μίλησαν γιά τό Οὐκρανικό. Δεν μίλησαν γιά τό κλείδωμα τῶν ναῶν, χωρίς ἀπολύτως κανένα σοβαρό λόγο (αὐτό δέν συνέβη ἄλλωστε ποτέ ἀκόμη καί σέ πραγματικά φονικές πανδημίες, πού οὐδεμία σχέση ἔχουν μέ τή σημερινή διαστροφικά ὑπερδιογκωμένη πραγματικότητα). Δέν μίλησαν, ὅταν κάποιοι ἐπινόησαν μία ὁλόκληρη ψευτοθεολογία τῆς μάσκας καί τοῦ…dettol, γιά νά δικαιώσουν τήν πτώση τους. Δεν μίλησαν οὔτε και προχτές, μέ τή νέα ψευτοθεολογία τῆς…διημέρου ’Αναστάσεως. Ἐπιτέλους, πότε θα μιλήσουν;

Καί τό πιό τραγικά εἰρωνικό εἶναι βέβαια ὅτι γίνονται ἔνοχοι ὅλης αὐτῆς τῆς ἀφωνίας και ἀπραξίας, ἀκόμη καί «μηδενός διώκοντος». Ποιός θά τούς ἐξανάγκαζε ἄραγε σέ πλήρη συμμόρφωση πρός τήν κάθε ἀνεκδιήγητη ἐγκύκλιο σάν κι αὐτές πού βγάζει ἐδῶ καί μῆνες ἡ διαδικτυακή παρέα πού συνέρχεται μέσω…zoom (εἰς τύπον δῆθεν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου); Ποιός θά τούς τιμωροῦσε, ἄν ἔλεγαν ἐπιτέλους στή ζωή τους καί ἕνα ΟΧΙ (σάν κι αὐτά δηλαδή ἀπό τά ὁποῖα ἀποκλειστικά γράφεται ἡ Ἱστορία); Ποιός θά τούς δίωκε, ἄν ἐπέλεγαν ἔστω πρό ὁλίγων ἡμερῶν νά ἀρνηθοῦν τό νά τιναχτεῖ στόν ἀέρα ἡ Ἱερά Παράδοση 2.000 ἐτῶν ὡς πρός τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου; Ποιός τιμώρησε δηλαδή τόσες καί τόσες ἐνορίες σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα, πού ἀρνήθηκαν νά συμπράξουν στή νέα βεβήλωση καί ἑόρτασαν κανονικά τά μεσάνυχτα ἤ ἔστω νωρίς τό πρωί τῆς Κυριακῆς; Γιατί πρέπει κάποιοι νά εἶναι τόσο τρομακτικά ὑπάκουοι καί πειθήνιοι, γιατί πρέπει ἐνίοτε νά γίνονται ἀκόμη καί «βασιλικότεροι τοῦ βασιλέως» – καί δή (τό ἐπαναλαμβάνω) «μηδενός διώκοντος»; Καί σέ καιρούς μάλιστα πού τό καθῆκον τους ὡς πνευματικῶν ποιμένων δέν εἶναι ἡ προστασία τῶν πιστῶν ἀπό πρόστιμα ἤ ἀπό τή σωματική ἔκθεση σέ ἄκρως ἀμφισβητούμενες ἀσθένειες, ἀλλά ἡ προστασία τῶν ψυχῶν ἀπό τή βλασφημία, τήν πλάνη καί τήν αἵρεση. Καί ἕνα καθῆκον βέβαια πού θά ὄφειλαν νά τό πράξουν, ἀκόμη καί «πολλῶν διωκόντων». Γιατί οἱ καιροί αὐτό πλέον ξεκάθαρα ἀπαιτοῦν.

Και οἱ καιροί εἶναι καιροί ἀποκαλύψεων καί κοσκινίσματος. Θα τό ποῦμε καθαρά: ὅσοι λένε πώς εἶναι ζωντανοί (ἐπίσκοποι, ἱερεῖς καί λαϊκοί), δέν ἀρκεῖ πλέον νά τό λένε ἀπό μέσα τους. Ἀρκετά ἔπαιξαν ἔστω καί ἀπρόθυμα τό παιχνίδι τοῦ συστήματος (μέ τήν ἀδράνεια, τή φοβικότητα, τή ραθυμία τους). Ἀρκετά ἔμειναν στή σκιά, μήπως καί κάποιοι τούς ἀποκαλέσουν ψεκασμένους καί…ταλιμπάν ἤ μήπως δυσαρεστηθεῖ κάποιος πατριάρχης, ἀρχιεπίσκοπος ἤ ἄλλος ἀπό τό (πολιτικό καί ἐκκλησιαστικό) καθεστώς. Ἀρκετά κρύφτηκαν πίσω καί ἀπό προφάσεις, ὅπως ἡ ἐπίκληση τῆς δῆθεν ἀδυναμίας καί ὁλιγαριθμίας τους ἀπέναντι στήν ἰσχύ τῶν πολλῶν ἤ ὅπως ἡ παντελῶς ἐκείνη ἀθεολόγητη ἀνοησία τῆς ὑπακοῆς σέ ἐκκλησιαστικά ἀνωτέρους (κι ἄς εἶναι ἀπολύτως δεδομένο καί ξεκάθαρο ὅτι ἀπροϋπόθετος ὑπακοή οὔτε νοεῖται οὔτε ὑφίσταται βάσει καμίας πατερικῆς παρακαταθήκης, καμίας ἐκκλησιαστικῆς Παράδοσης, κανενός Ἱεροῦ Κανόνα).

Ὅσοι λένε λοιπόν πώς εἶναι ζωντανοί, ὅσοι λένε πώς νοιάζονται καί θλίβονται, δέν ἀρκεῖ πιά νά τό λένε ἀπό μέσα τους ἤ ἔστω διά ψιθυρισμῶν στόν στενό τους περίγυρο. Κάποια στιγμή θά πρέπει ἐπιτέλους καί νά τό φωνάξουν. Καί ἀμέσως μετά θά πρέπει καί νά τό ἀποδείξουν. Οἱ καιροί ἀπαιτοῦν πράξεις. Τίς ἀναμένουμε…

Read more articles

Σάββατο 1 Μαΐου 2021

Ο Λειτουργιολόγος Π. Σκαλτσής αντικρούει την ΔΙΣ περί της Αναστάσεως

 

Ο Λειτουργιολόγος Π. Σκαλτσής αντικρούει την ΔΙΣ περί της Αναστάσεως






Στο επίσημο συνέδριο της Εκκλησίας της Ελλάδος με θέμα «Το Χριστιανικόν Εορτολόγιον» το 2006, ο Καθηγητής της Λειτουργικής του ΑΠΘ  Π. Σκαλτσής είχε αναπτύξει το θέμα «Η εορτή του Πάσχα», στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει:

«Ένα Συριακό κείμενο των αρχών του 3ου αι. μ.Χ., η «Διδασκαλία των Αποστόλων», μας παραδίδει μια πληρέστερη εικόνα της εορτής του Πάσχα. Προσδιορίζει με σαφήνεια το περιεχόμενο της νηστείας, κατά την οποίαν οι πιστοί από τη Δευτέρα προ του Πάσχα μέχρι την Πέμπτη είχαν μονοφαγία και έτρωγαν την εννάτη μόνο ψωμί, αλάτι και νερό. Την Παρασκευή δε και το Σάββατο «nihil gustantes», δεν έτρωγαν τίποτε. Σύμφωνα με την εν λόγω πηγή, το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου γινόταν ολονυκτία και μέχρι την τρίτη ώρα της νυκτός την αλεκτοροφωνία, ανεπέμποντο ευχές και διαβάζονταν οι Προφήτες, το Ευαγγέλιο και οι Ψαλμοί με φόβο και τρόμο, όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται στο κείμενο. Ακολούθως ετελείτο η θεία Ευχαριστία…

Περισσότερα λειτουργικά στοιχεία για την εορτή του Πάσχα μας δίδουν δύο σπουδαία κείμενα του τέλους του 4ου αι. μ.Χ… Το πρώτο, οι «Διαταγές των Αγίων Αποστόλων», το οποίο διασώζει την μέχρι τότε Λειτουργική παράδοση της Αντιόχειας, επαναλαμβάνει και εμπλουτίζει τις μαρτυρίες που έχουμε από τη «Διδασκαλία των Αποστόλων»… η όλη τελετή ολοκληρούται με τη θ. Ευχαριστία τις πρωϊνές ώρες της Κυριακήςκατά τις οποίες έγινε και η Ανάσταση… 

Το 12ο αιώνα το Τυπικό της Παναγίας της Ευεργέτιδος, το οποίό επηρέασε κατά πολύ και τα άλλα μοναστηριακά Τυπικά της εποχής αυτής, δίδει τη δική του εικόνα όσον αφορά την εορτή του Πάσχα. Ενδεικτικά μόνο μνημονεύομε το χρόνο έναρξης της πασχαλινής παννυχίδας (την η΄ ώρα της νυκτός, δηλαδή 2 περίπου τα μεσάνυκτα)…» (Το Χριστιανικόν Εορτολόγιον, σ. 105-108 και115. Για την αντιγραφή: «Ορθόδοξος Τύπος»)

 

Είναι σαφές όχι μόνο στην «Διδασκαλία των Αποστόλων», που αποτελεί την αρχαιότερη περιγραφή της πασχάλιας νύκτας, αλλά και στις «Διαταγές των Αποστόλων» μέχρι και το «Τυπικό της Ευεργέτιδος», ότι η Ανάσταση συμβαίνει μετά το μεσονύκτιο!

Επομένως: Η αρχαία παράδοση, όπως την καταγράφει ο κ. Π. Σκαλτσής, αλλά και όλα τα «Τυπικά» μέχρι σήμερα, όπως αναφέρει ο κυρός Ι. Φουντούλης, και η εντολή της Εκκλησίας της Ελλάδος, μέχρι το 2020, ήταν να τελείται η Ανάσταση από το μεσονύκτιο και έπειτα!

Η Ιερά αυτή Παράδοση πηγάζει από τις περιγραφές των Ι. Ευαγγελίων και απέκτησε ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ και ΑΠΑΡΑΒΑΤΟ χαρακτήρα με τον 89ο Κανόνα της Πενθέκτης Αγίας Οικουμενικής Συνόδου.

Έχει δικαίωμα η ΔΙΣ να καταλύει την Ι. Παράδοση 2.000 ετών; ΟΧΙ!

Έχει δικαίωμα η ΔΙΣ να παραβαίνει Κανόνα Οικουμενικής Συνόδου; ΟΧΙ!

Με την αιτιολογία μάλιστα ότι πρέπει να τηρηθεί το «ωράριο Χαρδαλιά»;

Γιατί δεν κάνουν έστω υπακοή στην ομόφωνη γνώμη των Λειτουργιολόγων;

Όσα «τεχνάσματα» και αν μετέρχονται Μητροπολίτες για να κατευνάσουν τους πιστούς, αυτά κονιορτοποιούνται ενώπιον της ΑΛΗΘΕΙΑΣ και το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να εκτίθενται οι ίδιοι ως άγευστοι θεολογίας.

Αντιγραφή από Τρελογιάννη



Πέμπτη 29 Απριλίου 2021

Πολυτιμότερο πράγμα από την Ορθοδοξία, δεν υπάρχει στον κόσμο

 Είμαστε σήμερα λαός ευσεβής με φόβο Κυρίου στις καρδιές μας;

 







 

Στην «Φιλοκαλία» των ιερών νηπτικών και θεοφόρων Πατέρων, το απαράμιλλο ανθολόγιο της αγίας ημών Πίστεως, «το της θεώσεως όργανον», κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, στον Δ΄ τόμο, στην σελίδα 62, διαβάζουμε τα εξής ψυχωφελή λόγια του αγίου Γρηγορίου του Σιναϊτου:
«Εισίν ουν των συγγραφομένων λόγων, κατά τον μέγα Μάξιμον, τρόποι διάφοροι τρεις, ακατάγνωστοι τε και ακατάκριτοι. Πρώτος, ο δι’ υπόμνησιν εαυτού· δεύτερος, ο προς ωφέλειαν άλλων· τρίτος, ο δι’ υπακοήν συγγραφόμενος…».
Δηλαδή: «Σύμφωνα με τον άγιο Μάξιμο, τρεις είναι οι αδιάβλητες και ακατάκριτες αιτίες για τις οποίες κανείς συγγράφει:
Πρώτη: για υπενθύμιση δική του.
Δεύτερη: προς ωφέλεια των άλλων.
Τρίτη: η συγγραφή από υπακοή».
Οι άγιοι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας έγραφαν εδραζόμενοι και εκκινούμενοι και από τις τρεις αιτίες. Αυτό είναι περιττό να σημειωθεί. Οι θεόπνευστες γραφές τους, τα μυρίπνοα άνθη τους, νυν και αεί θα μοσχοβολούν, θα φωτίζουν τον κόσμο και θα οδηγούν όσους «κλήσεως ορθοδόξου τυγχάνουν» στην Βασιλεία του Θεού.

Είμαστε στην καρδιά της άνοιξης. Βγήκαν επιτέλους «τα άνθια και οι καρποί». «Η φύσις ηύρε την καλή και την γλυκιά της ώρα», για να θυμηθούμε και Διονύσιο Σολωμό. Και για να συμπληρώσω την παρότρυνση του Ελύτη, οφείλουμε, «όταν θολώνει ο νους και μας βρίσκει το κακό», να μνημονεύσουμε και τον άλλο κεραστή της αειθαλούς μας Παράδοσης, τον ανοξείδωτο Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Αν μη τι άλλο και οι δύο έγραφαν προς ωφέλεια άλλων. Και ευτυχώς στις ημέρες τους δεν υπήρχαν τα «σχόλια» των αναγνωστών στα διάφορα ιστολόγια, τα οποία τροφοδοτούν εν πολλοίς την έπαρση και την δοκησισοφία. Έχουν οι παρδαλοειδείς παρουσιαστές των μεγαλοκαναλιών τις μετρήσεις τηλεθέασης, έχουμε και εμείς οι ποικιλώνυμοι γραφιάδες, τα «χτυπήματα» και τα… άυλα χειροκροτήματα των επισκεπτών, όλα βέβαια προς ωφέλειαν του εαυτού μας που διψά για αναγνώριση. Ας γυρίσουμε όμως στην ακατάκριτο, αληθή και ανόθευτο γραφή του Παπαδιαμάντη. Διαβάζω τούτες τις ημέρες τα λεγόμενα θρησκευτικά του άρθρα. Χαρακτηριστικό της ταπείνωσης του Παπαδιαμάντη είναι η, εν είδει εξομολογήσεως, συγγνώμη που ζητά από τον Αη Γιώργη, επειδή αναφέρεται σ΄αυτόν. « Κι εμένα, Άη μου Γιώργη, να μου συγχωρήσης το ευτελές και σχεδόν παιγνιώδες τούτο αρθρίδιον, συγκαταβαίνων εις την αδυναμίαν μου, καθώς συγκατέβης εις την απλοϊκότητα του παιδίου του παίζοντος τις αμάδες. Θεώρησόν με ως παιδίον τας φρένας, καίτοι άνδραν την ηλικίαν». (Εκδ. «Γιοβάνης», τομ. 5, σελ. 343). Δεν γράφει ο μέγιστος των ελληνικών γραμμάτων ως εξουσίαν έχων ούτε βουτά τον καλάμό του στα θολόνερα της επίδειξης. Γράφει όπως ζει και ζει όπως γράφει. Θυμίζει το προεκτεθέν την παρρησία του Μακρυγιάννη στον Άη Γιάννη τον Πρόδρομο, «τον αληθινόν φίλο και ευεργέτη» του, όταν τον «πέθανε εις το ξύλο» ο θειος του στο «παγγύρι», επειδή τζάκισε το ντουφέκι του. Και εκείνος, με μετάνοιες και φωνές, έκαμε «τις συμφωνίες με τον άγιον». Μετάνοιες ο ένας, συγγνώμες για την ευτέλειά του ο άλλος, ποιοι; Οι κορυφαίοι, κατά τον Σεφέρη, συγγραφείς μας. Γι΄ αυτό τα κείμενά τους, ακόμη και όταν περιέχουν οδυνηρές αλήθειες και κεντούν αποστήματα, αναδίδουν άρωμα ορθοδοξίας και φιλοπατρίας. Σημειώνει ο Παπαδιαμάντης στο άρθρο του με τίτλο «Θρησκευτικαί εορταί»: «Όταν εκανόνιζον τα των θρησκευτικών εορτών οι άγιοι της Εκκλησίας πατέρες, είχον υπ’ όψιν τους λαόν ευσεβή και καρδίας εν φόβω Κυρίου, χρησιμοποιούσας ταύτας προς την θείαν λατρείαν και την προσευχήν. Πρώτοι ούτοι, αν ηδύναντο να προϊδωσι τίνι τρόπω χρησιμοποιούσι τα πλήθη την υπό των θρησκευτικών εορτών επιβαλλομένην αργίαν, πρώτοι ούτοι θα εψήφιζον υπέρ καταργήσεως αυτών». Θα τις καταργούσαν οι Πατέρες τις θρησκευτικές αργίες, αν ήξεραν ότι θα ασχολούμαστε με την έλλειψη ή την τιμή του οβελία, όπως λένε και ξαναλένε οι κολοκυθολογούντες των δελτίων. Και μακαρίζεται η εποχή του Παπαδιαμάντη σε σύγκριση με την δικιά μας. Τότε σχεδόν όλοι, είτε προφάσει είτε αληθεία,  νήστευαν και εκκλησιάζονταν. Τώρα το πρωί «παπάρα με γάλα και δημητριακά»  και το βράδυ «Αναστήτω ο Θεός» και τροχαδόν στο σπίτι για να ντερλικώσουν… Και ας είμαστε ειλικρινείς. Πόσοι Έλληνες, βαπτισμένοι Χριστιανοί, αισθάνονται βαθιά λύπη και απογοήτευση για την ώρα της ενάρξεως της αναστάσιμης ακολουθίας; Μήπως δεν χαίρονται κάποιοι που θα στρωθούν στο τραπέζι νωρίς, γλιτώνοντας στομαχικές παρενέργειες, όπως άκουσα με τα ίδια τα αυτιά μου, από σούπερ χριστιανό κατά τα άλλα; Δεν υπήρχε παπάς που έλεγε τα προηγούμενα χρόνια, πριν από τον κορονοϊό, μετά την Ανάσταση, «καλά Χριστούγεννα» και τα Χριστούγεννα, «καλή Ανάσταση», στους πολυπληθείς επισκέπτες του ναού, γιατί τότε θα τους ξανάβλεπε; Δεν περίμεναν, παλαιότερα, οι ιερείς των χωριών όλους τους κατοίκους, εκτός από τους εν ασθενεία όντες, για να πουν το «Χριστός ανέστη»; Είναι ψέματα αυτά; Δεν έρχονται, στις μέρες μας, οι περισσότεροι στις δώδεκα παρά πέντε και φεύγουν και πέντε; Είμαστε σήμερα λαός ευσεβής με φόβο Κυρίου στις καρδιές μας; Δεν ξεβράστηκαν με την περίεργη αυτή ασθένεια η ασέβεια και η απιστία μας; Να ρωτήσω και τούτο. Αν δεν υπήρχαν οι αποστάσεις και τα λοιπά μέτρα προφύλαξης, θα γέμιζαν οι ναοί; (Δεν εισέρχομαι σε θεολογικές αναλύσεις, γιατί ούτε άξιος είμαι ούτε τα κατέχω καλά. Και δεν είμαι και αρκετά νέος για να τα ξέρω όλα).

Αλλά ας γυρίσουμε στα λόγια του Παπαδιαμάντη, που έχουν την χάρη, «να κάνουσι κάθε καρδιά παρηγοριά να πάρει». (Ερωτόκριτος).  Στον επίλογο του αναστάσιμου άρθρου του για τον Άη Γιώργη, θα γράψει προσευχητικώς: «Αλλ’ είθε ν’ ανατείλη ταχύτερον, Άη μου Γιώργη, η ευλογημένη εκείνη ημέρα της αναστάσεως του Γένους και έθνος τοσούτον έχον περικείμενος νέφος μαρτύρων, τοσούτους μετά σου πρέσβεις προς Θεόν, εκ του αίματός του και εκ των σπλάχνων του, δεν μέλλει ποτέ να εγκαταλειφθή υπό του Θεού των πατέρων του. Είθε ν’ ανατείλη η ημέρα εκείνη ως τάχιστα λεβέντη μου, αστραπόμορφε και πρώτε καβαλάρη, Άη μου Γιώργη, είθε!». Ας θεωρούμε τους εαυτούς μας μακάριους που είμαστε Χριστιανοί Ορθόδοξοι, θα πει και ο Κόντογλου, γιατί πολυτιμότερο πράγμα από την Ορθοδοξία, δεν υπάρχει στον κόσμο. Καλή Ανάσταση!!

 

Δημήτρης Νατσιός

δάσκαλος-Κιλκίς

ΟΡΓΗ ΛΑΟΥ ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ

 

Οργή λαού φωνή Θεού…


Οργή και θλίψη στον ορθόδοξο λαό προκαλούν όσα τραγελαφικά διαδραματίζονται τις τελευταίες ημέρες με τα μέτρα που παίρνονται για την υποτιθέμενη προστασία μας από τη λεγόμενη πανδημία και τους περιορισμούς που καλούνται, για ακόμη μια φορά να υποστούν οι ορθόδοξοι χριστιανοί τις άγιες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας και της Ανάστασης, μόνο στην Ελλάδα.

Πλέον έγινε σαφές, και στον πιο αδαή, πως οι νέες εγκύκλιοι με τα περιοριστικά μέτρα για τις ακολουθίες του Πάσχα είναι άμεσο χτύπημα στη πίστη, τη λατρεία και τη ζωή της εκκλησίας μας. Και απορεί κανείς, γιατί η κεφαλή της εκκλησίας της Ελλάδος και η ιεραρχία της αποδέχονται άκριτα, με υποτέλεια και τόση δουλικότητα, χωρίς να έχει κάτι να αντιπροτείνει, όπως για παράδειγμα την τέλεση της Αναστάσιμης Λειτουργίας τις μεταμεσονύκτιες ή πρωινές ώρες. Αντίθετα παρέμεινε υπάκουη σε όλα όσα της υπαγόρευσε η πολιτεία, η οποία δεν είναι υποχρεωμένη να γνωρίζει τους ιερούς κανόνες.

Η πολιτεία καθώς φαίνεται κάνει τη δουλειά της, η εκκλησία όμως γνωρίζει καλά τους κανόνες της και ότι ένας ορθόδοξος ιερέας τιμωρείται με καθαίρεση όταν μέσα σε μια μέρα τελέσει τη Θεία Λειτουργία δύο φορές. Έτσι αυτές οι αποφάσεις έρχονται σε αντίθεση με τη λειτουργική, δογματική διδασκαλία και την παράδοση της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής εκκλησίας.


Είναι απορίας άξιο, όταν αναλογιστεί κανείς, πως οι ιεράρχες μας είναι μορφωμένοι άνθρωποι και θεολογικά καταρτισμένοι κι εντούτοις αποδέχθηκαν συνοδικώς να τελεστεί η Αναστάσιμη Θεία Λειτουργία του Μ. Σαββάτου στις εννιά το βράδυ και όχι μετά τις δώδεκα σύμφωνα με την παράδοση και το λειτουργικό τυπικό της ορθόδοξης εκκλησίας.


Το ζήτημα είναι σοβαρά εκκλησιολογικό, αφού αν η Αναστάσιμη Θεία Λειτουργία τελεστεί στις εννιά το βράδυ, τότε θα έχουν τελεστεί μέσα σε μια ημέρα δύο Θείες Λειτουργίες (μία η πρωινή Λειτουργία του Μεγάλου Σαββάτου και μία η Αναστάσιμη το βράδυ πριν τις δώδεκα). Κάτι τέτοιο όμως είναι αντίθετο με το τυπικό της εκκλησίας μας κι όπως ορίζει η ορθόδοξη παράδοση με τον ΠΘ΄ Κανόνα της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου και την επιστολή του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου «Προς Φιλαδελφείς»: μιᾷ πίστει καί ἑνι κηρύγματι καί μιᾷ εὐχαριστίᾳ χρῆσθαι (
P.G. 5, 821). Ακόμη ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο «Πηδάλιο», ερμηνεύοντας τον ΞΗ΄ κανόνα των Αγίων Αποστόλων, αναφέρει επί λέξει: Νά μή γίνονται δύο λειτουργίαι ἐν μιᾷ ἡμέρα εἰς μίαν καί τήν αὐτήν τράπεζα…καί οἱ ἱερεῖς, οἱ δύο φορές λειτουργοῦντες βαρέως ἀμαρτάνουν, καί ἄς παύσουν εἰς τό ἑξῆς το ἄτοπον τοῦτο. (ΠΗΔΑΛΙΟΝ, Έκδοσις Βασ. Ρηγοπούλου, σ. 90, Θεσ/νίκη 2003).

Η Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού έλαβε χώρα κατά το μεταμεσονύκτιο του Σαββάτου προς την Κυριακή, όπως μας μαρτυρούν τα ευαγγέλια (Μτ. 28, 1-10, Λκ. 24, 1-12, Ιω. 20, 1-10) και το Πασχάλιο μυστήριο του Χριστού έγινε το κέντρο της λατρευτικής ζωής και εμπειρίας των πιστών από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια. 

Η Κυριακή, ως ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίου μας συμπυκνώνει την όλη πνευματική εμπειρία της «όγδοης ημέρας» της δημιουργίας, δηλαδή από την Ανάσταση του Χριστού μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία αυτού. Ήδη από τους αποστολικούς χρόνους και κατ’ αντιδιαστολή με το  εβραϊκό Πάσχα, που τελούνταν τη 14η του μήνα Νισσάν (μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου), καθιερώθηκε ο εορτασμός του Χριστιανικού Πάσχα την Κυριακή που κατ’ αρχάς ονομαζόταν «μία των Σαββάτων».

Κατά τον Β΄ αιώνα προκλήθηκαν σημαντικές θεολογικές έριδες με επίκεντρο τον εορτασμό του Πάσχα και είχαν άμεσο στόχο αφ’ ενός μεν την πλήρη αποσύνδεση του χριστιανικού από το ιουδαϊκό Πάσχα, αφ’ ετέρου δε την πλήρη συμφωνία όλων των εκκλησιών για τον κοινό εορτασμού της μεγαλύτερης χριστιανικής εορτής. Μάλιστα όσοι συνέχιζαν να εορτάζουν το Πάσχα μαζί με τους Εβραίους χαρακτηρίστηκαν ως «τεσσαρεσκαιδεκατίτες» (δες παραπάνω 14η του μήνα Νισσάν) και αποκόπηκαν από την εκκλησία. Η εκκλησία αισθάνθηκε την ανάγκη να καθορίσει το χριστιανικό Πάσχα με τον καταρτισμό «Πασχάλιων κύκλων» και ανεξάρτητα από τα ιουδαϊκά ημερολόγια. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος (325) ρύθμισε το ζήτημα σε οικουμενικό πλαίσιο για τον εορτασμό του Πάσχα κατά την Κυριακή που ακολουθούσε μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας. 

Η εκκλησία λοιπόν των Αγίων Πατέρων μας μέσα από συνόδους και μέσα από την παράδοσή της εορτάζει το Πάσχα και τελεί την Αναστάσιμη Θεία Λειτουργία, αιώνες τώρα, τα μεσάνυχτα του Μ. Σαββάτου προς Κυριακή. Άραγε εμείς οι «νεορθόδοξοι» και «μεταπατερικοί» που στηριζόμαστε για να κάνουμε αυτές τις θεολογικές και εκκλησιαστικές «ακροβασίες»; Μήπως επειδή η λεγόμενη πανδημία είναι επικίνδυνη στις δώδεκα το βράδυ και όχι στις εννιά; Αστείο και να το σκεφτεί κανείς.

Από την άλλη, το Μεγάλο Σάββατο που πλησιάζει θα γιορτάσουν και οι εβραίοι το δικό τους Πάσχα. Έτσι μετά από τον Β΄ μ. Χ. αιώνα χριστιανικό και εβραϊκό Πάσχα θα συνεορταστούν και πάλι μαζί σε αντίθεση με όσα η ορθόδοξη εκκλησία, όπως είδαμε, απαγόρευσε με κανόνες και πατερικές επιστολές. Άραγε η διοικούσα εκκλησία δε βλέπει τον κίνδυνο να ολισθήσουμε κι εμείς στο σχίσμα των τεσσαρεσκαιδεκατιτών, τους οποίους η εκκλησία απέκοψε από το σώμα της, όταν συνέχιζαν να εορτάζουν μαζί με τους εβραίους το χριστιανικό Πάσχα;

Ακόμη κάτι σημαντικό που πρέπει να αναφερθεί είναι πως, αν τελεστεί η Αναστάσιμη Λειτουργία πριν τις δώδεκα, καταλύεται η νηστεία του Μεγάλου Σαββάτου, του μοναδικού Σαββάτου όπου στην ορθόδοξη εκκλησιαστική πράξη  δεν καταλύεται το λάδι. Άραγε η ιεραρχία μας, που υπογράφει συνειδητώς τις αντιεκκλησιαστικές επιταγές της πολιτείας, δε φοβάται μαζί και με όλους εμάς που θα ακολουθήσουμε τις εντολές της, ότι θα κριθούμε θεομάχοι, μιας και θα αναστήσουμε τον Χριστό μας πριν την ώρα του και όχι τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, όπως ο ίδιος υποσχέθηκε στους μαθητές του κατά τάς γραφάς, διαγενομένου τοῦ Σαββάτου;

Άλλωστε η «νεοεποχίτικη» οικονομία της εκκλησίας, που επικαλούνται οι άγιοι συνοδικοί, δεν εφαρμόζεται σε δογματικά, λειτουργικά και άκρως εκκλησιολογικά ζητήματα, κατά τη στιγμή μάλιστα που σε άλλες ορθόδοξες εκκλησίες και κυρίως σε χώρες πρώην σοσιαλιστικών καθεστώτων, όπως η Ρουμανία, έχουσα περισσότερα κρούσματα του ιού, η λειτουργία θα γίνει κανονικά σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση.

Ιδιαίτερα κατόπιν της σθεναρής στάσης του Πατριάρχου της, ο οποίος τόνισε πως: «σεβόμενοι τους κανονισμούς του κράτους για την αντιμετώπιση της πανδημίας, εμείς ως εκκλησία θα τηρήσουμε τα μέτρα προστασίας, αλλά δε διαπραγματευόμαστε θέματα εκκλησιαστικής τάξης και παράδοσης και η ανάσταση θα τελεστεί όπως επιτάσσουν οι κανόνες της εκκλησίας μας.

Από καρδίας επαινούμε τον Μακαριότατο Πατριάρχη Ρουμανίας και την περί αυτού ιερά σύνοδο, οι οποίοι όπως και τότε κάτω από το πέλμα της κομουνιστικής καταπίεσης έτσι και τώρα δε δίστασαν να σηκώνουν ηρωικό και μαρτυρικό ανάστημα. Διερωτάται κανείς, γιατί η ορθόδοξη εκκλησία της Ελλάδος, που φώτισε όλον τον κόσμο, οικειοθελώς  θέλει να γίνεται πάντοτε ουραγός και τέκνο υπακοής στους καίσαρες και όχι στο Θεό. Τι έχει να φοβηθεί…; Η φωνή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού παραμένει επίκαιρη ανά τους αιώνες: οὐαί τῷ ἀνθρώπῳ ἐκεινῳ δι’ οὗ τό σκάνδαλον ἔρχεται (Μτ. 18, 7).

Αποδέκτης, δυστυχώς, αυτού του σκανδαλισμού είναι ο ταλαίπωρος ορθόδοξος λαός μας. Είναι λοιπόν επιτακτική ανάγκη να μην ολιγωρήσουμε όπως οι μαθητές του Χριστού το βράδυ στη Γεθσημανή και να ακούσουμε την εντολή του Απ. Παύλου: Καί τοῦτο, εἰδότες τόν καιρόν, ὅτι ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι (Ρωμ. 13,11). Να καταλάβουμε επιτέλους, πως η εκκλησία ανήκει στο Χριστό και στον πιστό λαό Του κι αυτός ο λαός οφείλει να κρατήσει τη πίστη και την εκκλησιαστική παράδοση αλώβητη και να γεμίσει τους ναούς το Μ.  Σάββατο την ώρα που αυτή η παράδοση επιτάσσει.

Γέρων Γαβριήλ, Ιερά Μονή Αγίας Κυριακής Κουραμάδων Κέρκυρα

 

 

Τρίτη 27 Απριλίου 2021

Μεγάλη Τετάρτη: Η τελετή του Νιπτήρα και η αμαρτωλή που μετανόησε

 Μεγάλη Τετάρτη: Η τελετή του Νιπτήρα και η αμαρτωλή που μετανόησε


Στα μέσα της πλέον η Μεγάλη Εβδομάδα ή Εβδομάδα των Παθών προς την κορύφωση του Θείου Δράματος, την Ανάσταση και το Πάσχα, με την Μεγάλη Τετάρτη να είναι αφιερωμένη στη μνήμη της αμαρτωλής γυναίκας, που μετανόησε, πίστεψε στον Χριστό και άλειψε τα πόδια του με μύρο.


Επίσης φέρεται στη μνήμη μας, η σύγκλιση του Συνεδρίου των Ιουδαίων, του ανωτάτου δηλαδή Δικαστηρίου τους, προς λήψη καταδικαστικής αποφάσεως του Κυρίου, καθώς και τα σχέδια του Ιούδα για προδοσία του Διδασκάλου του.


Η ακολουθία της Μεγάλης Τετάρτης


Τελείται το Μυστήριο του Ευχελαίου και η τελετή του Νιπτήρα, που είναι και ο Όρθρος της Μεγάλης Πέμπτης, ο οποίος αναφέρεται σε τέσσερα γεγονότα: Τον Ιερό Νιπτήρα, το πλύσιμο δηλαδή των ποδιών των μαθητών από τον Ιησού Χριστό πριν την έναρξη του Μυστικού Δείπνου, τον Μυστικό Δείπνο, την Προσευχή του Κυρίου στο Όρος των Ελαιών και την προδοσία του Ιούδα, δηλαδή την αρχή των Παθών του Χριστού. Το βασικό τροπάριο της ημέρας "Ότε οι ένδοξοι μαθηταί "αποδίδεται στον Ρωμανό τον Μελωδό.


Η αμαρτωλή που άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού





Δύο μέρες πριν το Πάσχα, καθώς ο Κύριος ανέβαινε προς τα Ιεροσόλυμα, κι ενώ βρισκόταν στο σπίτι στου λεπρού Σίμωνα, τον πλησίασε μια πόρνη γυναίκα κι άλειψε το κεφάλι Του με πολύτιμο μύρο. Η τιμή του ήταν γύρω στα τριακόσια δηνάρια, πολύτιμο άρωμα και γι' αυτό οι μαθητές την επέκριναν και περισσότερο απ' όλους ο Ιούδας. Γνώριζαν οι μαθητές καλά πόσο μεγάλο ζήλο έδειχνε πάντοτε ο Χριστός για την ελεημοσύνη προς τους φτωχούς. Ο Χριστός όμως την υπερασπίσθηκε, για να μην αποτραπεί απ' το καλό της σκοπό. Ανέφερε μάλιστα και τον ενταφιασμό Του, προσπαθώντας να αποτρέψει τον Ιούδα από τη προδοσία, αλλά μάταια. Τότε απέδωσε στη γυναίκα την μεγάλη τιμή να διακηρύσσεται το ενάρετο έργο της σε ολόκληρο την οικουμένη.


Ο Ιερός Χρυσόστομος υποστηρίζει ότι δύο ήταν οι γυναίκες που άλειψαν με μύρο τον Κύριο. Οι τρεις πρώτοι Ευαγγελιστές αναφέρουν μια και την ίδια γυναίκα, που πήρε την ονομασία πόρνη. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης όμως κάνει λόγο για άλλη γυναίκα, αξιοθαύμαστη και σεμνή, τη Μαρία την αδελφή του Λαζάρου, που άλειψε τα άχραντα πόδια Του σκουπίζοντας τα με τις τρίχες των μαλλιών της.

Περί της ώρας της Αναστάσιμης Θείας Λειτουργίας

 

anastasi christou.1

Γράφει ο Πρωτ. Νικόλαος Μοναστηριώτης
Αρχιερατικός Επίτροπος Πόλεως Κέρκυρας


Διάβασα με ενδιαφέρον διάφορα κείμενα το τελευταίο διάστημα –ως και το κείμενο του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Πειραιώς, «Διευκρινίσεις περί της ώρας της Αναστάσεως» - σχετικά με την ώρα τέλεσης της Αναστάσιμης Θείας Λειτουργίας και θα ήθελα να εκφράσω ταπεινά τις απόψεις μου επί των θέσεων που έχουν δημοσιευθεί.

Κατ’ αρχήν θεωρώ πως όλοι παραδεχόμαστε ότι μέσα σε μία ημέρα μπορεί να τελεστεί μόνο μία Θ. Λειτουργία από τον ίδιο κληρικό και στην ίδια Αγία Τράπεζα.

Τούτου δοθέντος τίθεται το ερώτημα: πως διαχωρίζεται η μία ημέρα από την άλλη; Κάποιοι θεωρούν ότι η ημέρα αλλάζει στις 12 τα μεσάνυχτα, κάποιοι άλλοι με την τέλεση του Εσπερινού ως πρώτης ακολουθίας της λειτουργικής ημέρας. Νομίζω ότι η σωστή απάντηση δεν είναι καμμία από τις δύο παραπάνω. Και εξηγούμαι.

Μπορεί ο Εσπερινός να είναι η πρώτη ακολουθία της λειτουργικής ημέρας, ωστόσο δεν σηματοδοτεί την αλλαγή της "φυσικής" ημέρας.

Ο Εσπερινός μας εισάγει στην εορτή της ημέρας που ξημερώνει, δεν αποτελεί την έναρξή της.

Αν υιοθετήσουμε την ακολουθία του Εσπερινού ως σημαίνουσα την αλλαγή της ημέρας, τότε θα έπρεπε και η νηστεία της Παρασκευής λ.χ. να σταματάει το απόγευμα της αυτής ημέρας ή η κατάλυση της Πέμπτης να σταματάει το απόγευμα της Πέμπτης.

Υπάρχει, όμως, αυτή η πρακτική στην Παράδοση της Εκκλησίας μας;

Επίσης η προηγιασμένη Θ. Λειτουργία των Παρασκευών της Μ. Τεσσαρακοστής πότε τελείται τελικά, την Παρασκευή ή το Σάββατο επειδή τελείται μετά τον Εσπερινό;

Αν τελείται την Παρασκευή τότε δεν παίζει ρόλο στην αλλαγή της ημέρας η ακολουθία του Εσπερινού. Αν τελείται το Σάββατο τότε πως γίνεται να λειτουργούμε πάλι τα πρωινά των Σάββατων της Μ. Τεσσαροκοστής;

Το ίδιο ισχύει και για τις Λειτουργίες της παραμονής των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων.

Το ότι γίνονται συναπτά με την ακολουθία του Εσπερινού ουδόλως σημαίνει ότι έχουμε περάσει στην επόμενη ημέρα, διότι σε αυτή την περίπτωση δεν θα μπορούσαμε να τελέσουμε και δεύτερη Θ. Λειτουργία (εκτός αν τελικά δεν ισχύει αυτός ο κανόνας περί της μη τέλεσης δύο Θ. Λειτουργιών την ίδια ημέρα).

Ακόμη και στα πρώιμα βυζαντινά χρόνια όταν οι Λειτουργίες αυτές τελούνταν όντως το απόγευμα και όχι το πρωί όπως σήμερα (αφού προηγούνταν βέβαια ολοκληρωτική νηστεία-αφαγία), ακολουθούσε ολονύκτια ακολουθία με μακράς διαρκείας πανυχίδα και όρθρο προκειμένου να τελεστεί η πανηγυρική Θ. Λειτουργία τις πρώτες πρωινές ώρες της επόμενης ημέρας.

Ακόμη περισσότερο πρέπει να σκεφτούμε το εξής: η Λειτουργία της Μ. Πέμπτης τελείται την Μ. Πέμπτη ή μήπως την Μ. Παρασκευή;

Αν άλλαζε η ημέρα με τον Εσπερινό τότε η Θ. Λειτουργία της Μ. Πέμπτης θα τελούνταν την Μ. Παρασκευή. Είναι αυτό αποδεκτό θεολογικά, λειτουργικά, κανονικά και παραδοσιακά;

Νομίζω ότι η απάντηση είναι προφανής και πρέπει να είναι και ο οδηγός μας για την λύση του προβλήματος που αφορά την ώρα της Αναστάσιμης Θ. Λειτουργίας.

Αν η Θ. Λειτουργία της Μ. Πέμπτης γίνεται όντως την Μ. Πέμπτη παρόλο που προηγείται ο Εσπερινός, τότε αναγκαστικά το ίδιο θα ισχύει και για την Θ. Λειτουργία του Μ.Σαββάτου: ή τελείται το Μ. Σάββατο ή τελούνται δύο Λειτουργίες την Κυριακή του Πάσχα.

Αν η Λειτουργία του Μ.Σαββάτου λογίζεται ως πρώτη Λειτουργία της Κυριακής του Πάσχα, τότε η Λειτουργία της Μ.Πέμπτης πρέπει να λογιστεί ως Λειτουργία της Μ.Παρασκευής, πράγμα άτοπο.

Επομένως πότε αλλάζει η ημέρα; Προφανώς με την πάροδο της νύχτας. Αυτή η αρχή τηρείται και στο Άγιο Όρος στο οποίο αναφέρεται ο Άγιος Πειραιώς στο πρόσφατο κείμενό του.

Στο Άγιο Όρος λοιπόν, παρά το ότι τηρείται το βυζαντινό ωρολόγιο, εντούτοις ουδέποτε τελείται Θ. Λειτουργία πριν το φυσικό μεσονύχτιο, πριν δηλαδή αρχίσει η νύχτα να κατηφορίζει προς την ανατολή του ηλίου (δεν έχει σημασία αν τη μέση της νύχτας την ονομάζουμε 12η ή 1η ή 6η ή κάτι άλλο). Γι’ αυτό άλλωστε και οι ακολουθίες στις Ιερές Αγρυπνίες είναι πολύωρες, προκείμενου να παρέλθει η νύκτα.

Συμπερασματικά (συνειδητά παρέμεινα μόνο στην λειτουργική διάσταση του θέματος. Δεν επεκτάθηκα στο εγειρόμενο ζήτημα της ευχαριστιακής νηστείας προ της Θ. Μετάληψης που είναι εξίσου σοβαρό για λόγους κανονικούς και ποιμαντικούς): Δεν είναι η ακολουθία του Εσπερινού που σηματοδοτεί την έναρξη της ημέρας αλλά η πάροδος της νύκτας –καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωὶ ἡμέρα μία. Η 12η νυχτερινή είναι όντως ώρα του κοσμικού ωρολογίου.

Είναι όμως μια συμβατική ώρα που σημαίνει την μέση της νύκτας και την καθοδική της πορεία προς το ξημέρωμα της νέας ημέρας, που βέβαια υιοθετήθηκε από την Εκκλησιαστική πράξη κατ’ οικονομίαν.

Αν με τις εφετινές συνθήκες λόγω της πανδημίας δεν είναι επιτρεπτό από τις κρατικές αρχές να εορταστεί η Ανάσταση κατά το λειτουργικό έθος, τότε η ορθή λειτουργικά, κανονικά και παραδοσιακά λύση είναι μία: η τέλεση της Αναστάσιμης Θ. Λειτουργίας όρθρου βαθέος της μιας των Σαββάτων, της Κυριακής ημέρας του Πάσχα.


πηγή: https://www.romfea.gr


Σάββατο 24 Απριλίου 2021

  «Ερώτημα»

Που μπορεί να φτάσει αυτή η «οικονομία»;

Στην ένωση των εκκλησιών;




Δυστυχώς σε κάθε καινοτομία ή προσβολή της πίστης που νομοθετεί η κυβέρνηση
και εναγκαλίζεται με περισσή «ταπείνωση» και «αγάπη» η διοικούσα εκκλησία,
εμφανίζονται απ’ το πουθενά προς άγρα λίγης δημοσιότητας κι εξασφάλιση
προβολής, αλλά και διαπιστευτηρίων προς την ιεραρχία , θεολόγοι και κληρικοί,
έτοιμοι να προσφέρουν θεολογικά και δογματικά ερείσματα σε κάθε στρεβλή και
νοσηρή παραμόρφωση της έκφρασης της πίστεως, αλλά και της καταπάτησης της
Ιεράς Παραδόσεως .
Εμφανίζονται λοιπόν ως κυβερνητικοί ντελάληδες , ως δεσποτικοί αντίλαλοι της
πλάνης, προσπαθώντας να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα , να βαφτίσουν το
κρέας ψάρι , να θεμελιώσουν θεωρητικά, τα ψεύδη της νέας εποχής, προφέροντας
άλλοθι στους έκνομους. Έτσι διαπράττουν πενταπλό παράπτωμα.
Και δεν συνεφέρουν το μέρος της εκπεσούσας ιεραρχίας που πλανάται πλάνην
οικτρά.
Και παρασύρουν στην πλάνη τους ανήξερους και ανυποψίαστους καλοπροαίρετους
πιστούς.
Και δυσκολεύουν τον αγώνα των καλώς αγωνισαμένων.
Και παραμένουν οι ίδιοι στην πλάνη τους.
Και πολλές φορές ξεφεύγουν ως οργίλοι απ’ την ευπρέπεια, με ξένους για το
ορθόδοξο βίωμα χαρακτηρισμούς για τους αντιγνωμούντες. Τους δυσκολεύουν
βλέπεις τη δουλειά.
Απ’ την κρίση του Κολυμπαρίου που αποτελεί την κορυφή του παγόβουνου
(σημειώνουμε ότι το υποθαλάσσιο τμήμα ενός παγόβουνου είναι μεγαλύτερο απ΄το
εκτός θαλάσσης τμήμα) που λέγεται οικουμενισμός- πανθρησκεία (Β Βατικάνεια
Σύνοδος ,παγκόσμιο συμβούλιο εκκλησιών κ.λ.π. ) που αποτελεί την παναίρεση
(όπως την χαρακτήρισαν άγιοι της εκκλησίας μας) , καθότι συσπειρώνει όλες τις
αιρέσεις εναντίων της Ορθοδοξίας , περνάμε στην πλήρη αθεϊα (απότοκος του
πρώτου - φίμωτρα σε ιερές ακολουθίες , μπροστά από εικονίσματα, από άγια
λείψανα , απ’ τον ίδιο τον Χριστό , αποστάσεις από πατραχήλια, ματαίωση ιεράς
εξομολόγησης , αναβολές μυστηρίων –γάμοι βαφτίσεις – μέχρι που ψάχνεις αν, πως
και που θα θάψεις τους νεκρούς σου, ναοί που ζέχνουν από οινόπνευμα σαν
νοσοκομεία –πουθενά μυρωδιά λιβανιού και θυμιάματος- πιστοί να αποκλείονται
απ’τα μυστήρια κ.ο.κ. ).
Αθεϊα, γιατί έτσι εξαιρούμε από παντού τον Παράκλητο. Το Πνεύμα της Αληθείας.
Καταλήγουμε να επιβεβαιώνουμε τους προτεστάντες που λεν πως όλα είναι
συμβολισμοί. Ένα θέατρο.
Και αυτοί (κληρικοί και λαϊκοί) που κόπτονται να δικαιολογούν τα ψεύδη και να
υποκύπτουν σε κάθε ανοσιούργημα που εφευρίσκει ενίοτε κάποιος μασόνος (όλα
αυτά που είπαμε περί καινοφανών και κενοφανών μέτρων «πανδημίας» ), εντελώς
μα εντελώς συμπτωματικά, είναι αυτοί που έχουν εδώ και καιρό , υποδεχτεί τον
οικουμενισμό με όλα τα συμπαρομαρτούντα ως σωτήριο κίνημα αγάπης. Ως την «οδό
σωτηρίας». Τυχαίο;
Είναι αυτοί που φτάνουν ακόμα και όταν υψώνουν το Άγιο Ποτήριο να φορούν
φίμωτρο στο πρόσωπο.


‘Εχουν φορέσει προ πολλού φίμωτρο στην καρδιά τους. Στην ψυχή τους.
Έτσι ως γενίτσαροι (οι γενίτσαροι την εποχή της τουρκοκρατίας ήταν πιο αιμοβόροι
απ’ τους γηγενείς οθωμανούς ) της πίστεως είναι οι πρώτοι διώκτες των
αγωνιζομένων πιστών (κληρικών ή λαϊκών).
Απεναντίας οι αγωνιστές της πίστεως , που πολέμησαν και πολεμούν το τέρας της
πανθρησκείας , διωκόμενοι και λοιδορούμενοι , μπροστά στο «φάρμακο» της Θείας
Κοινωνίας αψηφούν κάθε επιβουλή της σωματικής τους υγείας.
Οι «άλλοι» για να σώσουν το τομάρι τους, αψηφούν τον Δημιουργό τους.
Δυστυχώς γεμίσαμε ειδικούς της πίστεως , καθηγητάδες , θεολόγους με μεταπτυχιακά
και διδακτορικά, επισκόπους σπουδαγμένους τη θύραθεν σοφία και ξένους απ’την τη
του Θεού Σοφία. Λιγόστεψαν οι άγιοι και πλήθυναν οι άλλοι.
Λύπη προκαλεί ο διχασμός και ο «εμφύλιος» στο σώμα της εκκλησίας.
Και ακόμη περισσότερη λύπη, όταν βλέπεις ότι σου ‘ρχεται από κει που δεν το
περιμένεις.
Πρόσφατα δημοσιεύτηκε μια θέση γνωστού κληρικού και καθηγητού του π
Νικοδήμου Σκλέπα.
http://www.nyxthimeron.com/2021/04/9_21.html/
Πάτερ Νικόδημε ευλόγησον. Ειλικρινά μην πάρετε όλα τα παραπάνω ως προσωπική
επίθεση ή αναφορά για το πρόσωπό σας.
Με ξενίζει όμως το περιεχόμενο του κειμένου σας αλλά και η οργή που αναδύεται
μέσα απ’ τις λίγες αράδες του. Σε ποιους απευθύνεται αυτό το μένος;
Πάτερ δεν έχω πρόθεση να σας ελέγξω. Πως θα μπορούσα άλλωστε , ειδικά σε
θέματα θεολογίας. Εσείς είστε καθηγητής. Εγώ κοινός θνητός.
Απλώς θα χρειαζόμουν ως μέσος νους (πιθανόν σαν «έχων ζήλον ουκ κατ’
επίγνωσιν» όπως με πόνο και πιθανόν αγάπη αναφέρετε) κάποιες διευκρινίσεις.
Δημιουργούνται εύλογα ερωτήματα, απ’ την τοποθέτησή σας και σας παρακαλώ να
με διαφωτίσετε. Ως έγκριτος θεολόγος και «ειδικός».
Καταρχήν απευθύνετε ερωτήματα ρητορικά, για θέματα διαφορετικής βαρύτητας
(θέματα που χρίζουν διαφορετικής αντιμετώπισης τα τσουβαλιάζετε στο ίδιο τσουβάλι
) στα οποία δεν δίνονται απαντήσεις εδραιωμένες στην Πατερική Παράδοση, σε
όρους Συνόδων , σε λόγους Πατέρων της εκκλησίας ή έστω σε προτροπές
αγράμματων αγίων.
Αναφέρεστε στη δυνατότητα ή όχι τέλεσης της Θείας Λειτουργίας απ’ τον ίδιο ιερέα
δυο φορές την ίδια ημέρα. Και αποφαίνεστε ως ειδικός ότι είναι δόκιμο.
Δόκιμο «γιατί είναι τέτοια η πανήγυρις που η Εκκλησία θέλει οι χριστιανοί να
κοινωνήσουν δυο φορές.». Τραγική ειρωνεία, ειδικά σε περίοδο που ο πιστός έχει
«φάει πόρτα» στις ιερές ακολουθίες , σχεδόν του απαγορεύεται να κοινωνήσει και
ιερείς διασύρονται αν βγουν απ’ την πίσω πόρτα κλεφτά, να κοινωνήσουν κανένα
χριστιανό. Για ποια «διπλή» Θεία Κοινωνία μιλάμε;
Τόσο πολύ κόπτεται η διοικούσα εκκλησία να κοινωνήσουμε δυο φορές το Χριστό σε
μια μέρα, που δεν είναι σίγουρη για την επενέργεια και παρουσία του Αγίου
Πνεύματος στις Ιερές Ακολουθίες, προστάζοντας για φίμωτρα, αποστάσεις και
περιορισμένο αριθμό πιστών και που η παραβίαση αυτών βρίσκει καταδότες σε
ιερείς κι επισκόπους;
Εξ επόψεως θεολογικής και εκκλησιολογικής είναι τελείως άτοπο να ακουστεί το
Χριστός Ανέστη στις 9 το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου και εν συνεχεία να τελεστεί η
Θεία Λειτουργία .
Προσκρούει αυτό στο Ιερό Πηδάλιο του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου , στον Άγιο
Ιγνάτιο τον Θεοφόρο και στον 10ο Κανόνα της εν Αντισιοδώρω τοπικής Συνόδου ,
που απαγορεύουν ρητώς την τέλεση της Θείας Λειτουργίας την ίδια ημέρα και από
τον ίδιο Λειτουργό!
Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, αναφέρει:
«Γράφω στην αξιόθεη αγάπη σας, παρακαλώντας σας να έχετε μία πίστη, και ένα
κήρυγμα, και μία Ευχαριστία. Διότι ένα είναι το σώμα του Κυρίου Ιησού, και ένα το
αίμα του που χύθηκε για μας- ένας άρτος κομματιάστηκε για όλους, και ένα ποτήρι
μοιράστηκε σε όλους-ένα θυσιαστήριο υπάρχει για όλη την Εκκλησία και ένας
επίσκοπος, μαζί με το πρεσβυτέριο και τους διακόνους τους συνδούλους μου. Διότι
και ένας αγέννητος υπάρχει, ο Θεός και Πατέρας, και ένας μονογενής Υιός, Θεός
Λόγος και άνθρωπος, και ένας Παράκλητος, το Πνεύμα της αληθείας· αλλά και ένα
κήρυγμα, ‘’και η πίστη είναι μία και το βάπτισμα ένα’’, και μία η Εκκλησία, που ίδρυσαν
οι άγιοι απόστολοι από την μία άκρη ως την άλλη άκρη του κόσμου με το αίμα του
Χριστού, με τον ιδρώτα και τους κόπους τους».
Είναι τελικά αυτά «ευσεβείς ανοησίες»;
Στη συνέχεια μας λέτε «Ποιος μας είπε ότι σώνει και καλά πρέπει να πούμε «Χριστός
Ανέστη» στις 12». Το στηρίζετε θεολογικώς με την άγνοια των «βυζαντινών
παππούδων» για το «Χριστός Ανέστη» με τα τυπικά των Σλάβων κ.ο.κ. Ποιων
Σλάβων; Αυτών που βαφτίζουν με ράντισμα; Ή κάποιων ουνιτών;
Μάλιστα φαίνεται πως για να στηρίξετε την επαίσχυντη αλλαγή της ώρας, βάλλετε
κατά της τελετής όπως λέτε της Αναστάσεως. «Η τελετή της Αναστάσεως είναι
ελληνικό εφεύρημα» λέτε. Δηλαδή; Δεν αποτελεί κομμάτι της Παραδόσεως της
εκκλησίας η Παράδοση μιας εκ των αυτοκεφάλων;
Η Παράδοση της εκκλησίας δεν είναι κάτι σταθερό . Μεταβάλλεται. Μεταβάλλεται
όμως Πατερικώς και Συνοδικώς εν Αγίω Πνεύματι και δεν εκβιάζεται. Το
εκκλησιαστικό βίωμα , η εκκλησιαστική εμπειρία (όροι, εκφράσεις , εικόνες, γλώσσα
διαμορφωμένη), αποτελεί συνέχιση της Παραδόσεως , διαμορφώνει το τυπικό της
εκκλησίας , μετουσιώνεται σε δόγμα , όταν αυτή η εμπειρία απειλείται απ’ την αίρεση
ή από Χριστομάχους και μασόνους κυβερνήτες, κάτω απ’ την σκοτεινή σιωπή
φαρισαίων κληρικών και επισκόπων.
Συνεχίζετε με τη φράση :
«Όλοι αυτοί που κόπτονται για την «παράδοση» να μας πούνε: -πότε πρέπει να
πούμε Χριστός Ανέστη στις 12 ή στις 1 τα ξημερώματα; Γιατί αν δεν θυμάστε η
κανονική ώρα δεν είναι τρέχουσα αλλά η «παλιά»!»
Κι επειδή υπάρχει η πιθανότητα να πέσουμε έξω μια ώρα, προτείνετε τις τρεις ώρες
για να είμαστε βέβαιοι ότι θα πέσουμε έξω.
Να το τραβήξω και παραπάνω. Η κανονική ημέρα είναι η τρέχουσα ή παλιά;
Νέου ημερολογίου ή παλαιού (πάτριου). Και για να χρησιμοποιήσω την ορολογία σας
,παρότι ανήκω και ακολουθώ το νέο ημερολόγιο, το νέο ημερολόγιο είναι μασονικό
εφεύρημα. Βλέπετε πάτερ μου με τέτοια απερίσκεπτα ατοπήματα που οδηγούμαστε;
Η ώρα πάτερ μου δεν έχει σημασία, γι’ αυτό και δεν είναι γνωστή. Απλώς, στο
ημερολόγιο που βρίσκεσαι και στο ωρολόγιο πρόγραμμα που ακολουθείς έχει
σημασία η ημέρα.
Πρέπει να συμπληρωθεί το τριήμερο. Να «γίνει» η Ανάσταση την Κυριακή .
Ο Ματθαίος αναφέρει «Οψέ Σάββατων τη επιφωσκούση εις μίαν σαββάτων»,
προσδιορίζοντάς την μέχρι την ανατολή του ηλίου, την πρώτη ημέρα της εβδομάδος,
εννοώντας την Κυριακή.
Ο Λουκάς επίσης αναφέρεται στη πρώτη ημέρα της εβδομάδας, τα βαθιά χαράματα:
«Τη δε μια των σαββάτων, όρθρου βαθέως ήλθον επί το μνήμα».
O Ιωάννης γράφει όταν πέρασε η ημέρα του Σαββάτου, κατά την πρώτη ημέρα της
εβδομάδας, όταν ήταν ακόμα σκοτάδι: «Έρχεται πρωί σκοτίας έτι ούσης εις το
μνημείον».
Και ο Μάρκος , συμφωνεί ως προς την ημέρα και προσδιορίζει το χρόνο μετά τη δύση
του ηλίου. «Λίαν πρωί της μιας σαββάτων έρχονται επί το μνημείον ανατείλαντος του
ηλίου».
Είναι φανερό πως όλοι συμφωνούν ως προς την ημέρα, Κυριακή, αλλά δίνουν
διαφορετικές εκδοχές ως προς την ώρα της Αναστάσεως. Γιατί δεν τους ενδιαφέρει
η ώρα αλλά θεωρούν καθοριστικής σημασίας την επιβεβαίωση της ημέρας. Κι αυτό
γιατί θέλουν να τονίσουν πως έγινε ακριβώς όπως το είχε πει ο Ιησούς.
Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είχε δηλώσει στους μαθητές Του, ότι θα καταδικαστεί σε
θάνατο, αλλά την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί· «αποκτανθήναι και τη τρίτη ημέρα
εγερθήναι» (Ματθ. 16, 21).
Εάν ο Κύριος μιλούσε και για ώρα ,να είστε σίγουρος ότι θα ήταν αποτυπωμένη στα
Ευαγγέλια.
Τι έχετε να πείτε στον Ιωνά που έμεινε στα σπλάχνα του πελώριου κήτους επί
τρεις ημέρες προτυπώνοντας την τριήμερο ταφή και Ανάσταση του Κυρίου;
Στους Τρεις Παίδες, τους καιόμενους και μη καταφλεγόμενους, ομοία
προτύπωση κι εδώ της Αναστάσεως του Κυρίου, ο οποίος ετάφη αλλά ανέστη
και δεν τον άγγιξε ο θάνατος; Οι φλόγες που δεν έκαιαν τους παίδες είναι το Φως
που ανατέλλει από τον Πανάγιο Τάφο , θεία χάριτι, κι επί πολλή ώρα,
αμέσως μετά την αφή Του, δεν καίει.
Θέτετε κι άλλα ερωτήματα που τα αφήνεται αναπάντητα με μια ανεξήγητη απάντηση.
Όσο αντιφατικό κι αν φαίνεται.
Επίσης μπλέξατε το θέμα της ώρας, με τους ιερείς που νοσηλεύονται, με αυτούς που
νοσούν και εκδημούν , προσφέροντας δοξολογίες στον Θεό για τους ερευνητές , τα
εμβόλια και τα φάρμακα. Άσχετο αλλά εξηγεί πολλά. Εξηγεί πολλά για τις θεολογικές
κορώνες υπέρ της ενάτης βραδινής.
Συνεχίζετε με την προτροπή :
«Λοιπόν, αφήστε τις ανοησίες και «πέστε στα γόνατα» ο Θεός να μας ελεήσει και να
μας απαλλάξει από αυτή τη μάστιγα.»
Κι ερωτώ ποια μάστιγα. Του κοροδοϊού; Του οικουμενισμού; Της πανθρησκείας;
Tης αιρέσεως της «επιδημιοχριστομαχίας» ; Την μάστιγα των υποταγμένων
επισκόπων και των άβουλων κληρικών; Των ολίγιστων λαϊκών;
Κι αφού ορθοδόξως λούζετε πιστούς με κοσμητικά επίθετα (ανόητους) κλείνετε το
θεολογικό σας κείμενο.
Αλλά πριν απ’ αυτό, ως απάντηση σε όλα τα παραπάνω, κάνετε σούμα (όπως
λέει και ο απλός λαός) λύνοντάς τα όλα θεολογικώς κι εκκλησιολογικώς με την
φράση «Πρακτικοί λόγοι και λόγοι φιλανθρωπίας και συγκατάβασης ανάγκασαν την
Εκκλησία να κάνει «οικονομία» ».
Ποιοι πρακτικοί λόγοι; Ανίερη υπακοή; Υποταγή στα κελεύσματα της εξουσίας;
Προστασία απ’ τον ιό , απoφεύγοντας ή προσβάλλοντας τον Εσταυρωμένο Υιό;
Μέχρι που μπορεί να φτάσει αυτή η συγκατάβαση, η φιλανθρωπία, η «οικονομία»;
Μια «οικονομία» που δεν αποτελεί πλέον εξαίρεση όπως ορίζει και το νόημά της,
αλλά κανόνα και δόγμα; «Τα πάντα ρει» Προς την κατεύθυνση που ορίζει η νέα τάξη
πραγμάτων.
Που μπορεί να φτάσει αυτή η «οικονομία»;
Στην ένωση των εκκλησιών;

Μη γένοιτο.



Αριστείδης Π. Δασκαλάκης

Mηχ.Μηχανικός Α.Π.Θ.
, Αναλυτής Εφαρμογών-Προγραμματιστής
Σύμβουλος Τεχνολογίας, Συστημάτων   Ποιότητας & GDPR
Τακτικό Μέλος Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδας
Αρθρογράφος